

Декабрь
Το είχαμε ψυλλιαστεί. Τα σκυλιά πριν από μας.
Μετά το μνυμόσυνο και τη γιορτή επιστρέψαμε σπίτι και μαγειρέψαμε μακαρόνια. Από το μπαλκόνι είχαμε την επισκόπηση του γενικότερου κλίματος, αλλά μας έλειπε η καυτή και φρέσκια εμπειρία του αυτόπτη μάρτυρα. Φάγαμε και αφού έκλεισαν για λίγο τα μάτια μας ξανακατεβήκαμε με το βλέμμα χαμηλωμένο ή πιάνοντας κάποια επιτηδευμένη συζήτηση για να διαφύγουμε της προσοχής των κρανοφόρων. Περπατούσαμε δίπλα από τις μπότες τους ψάχνοντας ένα κατάλληλο τραπέζι για να ξεκινήσει κάποια κουβέντα ή απλά για να καθίσουμε και να προσπαθήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε την ατμόσφαιρα. Φυσικά οι διαθέσιμες θέσεις ήταν άφθονες ακόμα και στα πιο δημοφιλή μπαρ. Το κρύο, κάποιοι καπνοί και το ψιλόβροχο ήταν σαν να είχαν συμφωνήσει πείθοντας και τα κίτρινα αλλά και τα, πολύ περισσότερα, σβηστά φώτα του δρόμου να συμμετέχουν: “Κανείς δεν χρειάζεται να κυκλοφορεί”. Όλα ήταν τόσο πειστικά που η τυπική μανία κατανάλωσης του Σαββατόβραδου είχε μπει σε αναστολή χωρίς να προκαλείται και η παραμικρή δυσφορία ακόμα και στα πρόσωπα των ιδιοκτητών. Τα αυτοκίνητα τσουλούσαν αργά και ψυθιριστά σαν να μην ήθελαν να ακουστούν. Οι ισχυροί θόρυβοι ήταν ανύπαρκτοι κι όμως αυτό δεν ήταν καθόλου βοηθητικό για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε δραστηριότητας έχει ως προϋπόθεση την ησυχία.
Όλα ήταν τόσο περίεργα ομογενοποιημένα και τόσο απλά τοποθετημένα γύρω μας που δεν καταλάβαμε πού και πώς καθήσαμε, ούτε καν αν λείπει κάποιος από μας. Δεν ξέρω αν η σύγχυσή μας ήταν αυτό που το προκαλούσε, αλλά ενώ η περιέργειά μας για τα πρόσωπα και τις συμπεριφορές γύρω μας ήταν εξίσου έντονη όπως συνήθως, η αντίληψή μας για τους άλλους είχε αλλάξει κατά πολύ. Λειτουργούσαμε σαν ιδιόρρυθμοι υπολογιστές που ενώ πάντα με τις ίδιες εντολές έδιναν κάποια αποτελέσματα, τώρα με τις ίδιες ακριβώς εντολές δεν κάνουν τίποτα ή τα αποτελέσματα που δίνουν είναι εντελώς αλλοπρόσαλα. Έτσι λοιπόν περίμενα με ανυπομονησία το πρώτο σχόλιο, έχοντας ήδη προετοιμάσει το δικό μου, για την όμορφη κοπέλα με το προγούλι που μασουλούσε δίπλα μας πολύ προσεκτικά το σουβλάκι της και για την υπερβολική προσοχή που έδινε στην εικόνα της σκουπίζοντας κάθε λίγο τις άκρες των χειλιών της. Σίγουρα δε, τα βέλη μας θα έβρισκαν και την παρέα της, αφού τέτοιου είδους κοριτσοπαρέες είναι η αδυναμία μας. Σταμάτησα να περιμένω και αποφάσισα να προσπεράσω και τις δικές μου σκέψεις, καθώς έβλεπα ότι όχι μόνο κανείς δεν ήταν σε θέση να δώσει έμφαση στις κινήσεις της κοπέλας και των φίλων της-ενώ σίγούρα όλοι τις είχαν αντιλιφθεί- αλλά και ότι είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μια συμπάθεια που εκπέμπαμε γενικότερα γύρω μας σε κάποιους, ελάχιστους, περαστικούς, ακόμα και χαρτογιακάδες ή γηπεδόφιλους και γλυκερά ζευγαράκια. Εκείνη την ώρα ήμασταν όλοι ένα μικρό κοινό τσούρμο που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούσε, δεν ήθελε ή απλά δεν έτυχε να βρίσκεται κλεισμένο σπίτι του. Ο καθένας μας ήταν τόσο διαφορετικός κι όμως βρεθήκαμε πάρα πολύ κοντά σαν να γνωριζόμασταν απ'έξω κι από μέσα. Μιά κουβέντα ενός θα μας έβρισκε ανείπωτα σύμφωνους.
Γύρω μας η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα επιχειρούσε σαμποτάζ στα πάντα, σε κάθε σκέψη και σε κάθε κίνηση. Αυτή η βαριά ατμόσφαιρα των τελών του φθινοπώρου μηδένιζε τη ροή του χρόνου και ταυτόχρονα έσβηνε κάθε προσμονή για το ξημέρωμα ή την επόμενη μέρα. Σκεφτόμουν ότι μόνο το άκουσμα κάποιου χαχανητού ή ερωτικού λόγου θα μπορούσαν να με βγάλουν από τον λήθαργο στον οποίο είχα μπει περπατώντας.
Επέστρεψα σπίτι και όσο νυσταγμένος κι αν ήμουν έψαχνα τη θέση μου μέσα σε όλα αυτά. Αφού διπλοκλείδωσα την πόρτα κάθισα στο γραφείο μου και μπήκα στο ίντερνετ κλέβοντας το δίκτυο κάποιου γείτονα. Απορροφημένος από το φως τη οθόνης και περιμένοντας μάταια να συνδεθώ, θυμόμουν τις προηγούμενες μέρες που ξεκουραζόμουν μετά από κάποιο πολύωρο χόμπυ μου ενώ έξω γίνονταν διαφόρων ειδών διαμαρτυρίες συνοδευόμενες από βία, ή μια άλλη φορά που ενώ έπαιζα μια σουίτα στο κλαρινέτο μου, την οποία έπρεπε να προετοιμάσω πολύ καλά για κάποιο κονσέρτο που τελικά ακυρώθηκε, αντιλήφθηκα ότι ασπιδοφόροι είχαν κάνει την εμφάνισή τους στους δρόμους της πόλης.
Ασυναίσθητα είχαμε αρχίσει να προσπαθούμε να συνταιριάξουμε αυτά που ζούσαμε με στοιχεία από περιγραφές που μας είχαν κάνει οι μεγαλύτεροι και άλλα στοιχεία από διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές. Μας βασάνιζε πολύ καιρό αυτή η προσπάθεια και ακόμα πιο βασανιστική γινόταν επειδή δεν μπορούσαμε να τη μοιραστούμε φοβούμενοι μήπως χαρακτηριστούμε υπερβολικοί ή ακόμα χεορότερα, μανιακοί. Βέβαια ούτε μεταξύ μας το συζητούσαμε γιατί είχαμε συμφωνήσει να μείνουμε ανεπηρέαστοι ο ένας από τον άλλο και να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματά της προσπάθειάς μας μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Όταν τελικά κανονίσαμε τη συνάντηση, ένα πορτοκαλί απόγευμα, κανείς δεν είχε χαρτιά ή σημειώσεις μαζί του. Ξέραμε που είχαμε καταλήξει και αφού περάσαμε λίγη ώρα αγναντεύοντας ο ένας τον άλλον, όλοι μαζί σκύψαμε γύρω από το μικρό στρογγυλό τραπέζι του καφενείου και ψυθιρίσαμε ταυτόχρονα: “Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Αθήνα”.

1 σχόλιο:
Πολύ διαυγές και άμεσο, μέσα στην ανησυχία του...
Δημοσίευση σχολίου